Σε εκατόν ογδόντα

Εκ πρώτης όψεως φαντάζει αδιανόητο: ενώ έχουν μεσολαβήσει τέσσερα χρόνια οικονομικής κρίσης από τότε που το Yourgear μάθαινε να μπουσουλάει, το πρώτο μου κείμενο στο νέο ξεκίνημα αφορά ένα όχημα που λίγοι έχουν τη δυνατότητα ν’ αποκτήσουν κι ακόμα λιγότεροι θα προχωρήσουν τελικά στην αγορά του. Τι αντίθεση με το ταπεινό Zastava 1100 που “άνοιξε” τη στήλη “το δικό σου αυτοκίνητο” τότε!

Η παρουσία, όμως, του εν λόγω premium sedan που τάραξε τα λιμνάζοντα νερά της πληκτρολογικής μου ραστώνης ήταν καθαρά συγκυριακή. Από τη στιγμή, μάλιστα, που ο κ. Μπιρμπάκος έμαθε για τη σύντομη περιπέτειά μου με τη σφριγηλή Γερμανίδα ήταν αδύνατο να ξεφύγω: θα προέκυπτε κομμάτι!

Όχι ότι η τελευταία παραλλαγή της σειράς C της Mercedes Benz είναι ανάξια αναφοράς. Κάθε άλλο μάλιστα κι αυτό το καταλαβαίνεις αμέσως μόλις την αντικρύσεις. Οι μυώδεις γραμμές της, οι έντονες ακμές και τα αμυγδαλοειδή φωτιστικά μπορεί να θυμίζουν εν μέρει κάποιες συντοπίτισσές της αλλά ταυτόχρονα την απομακρύνουν αρκετά από το συντηρητικό παρελθόν της εταιρίας. Η συγκεκριμένη έκδοση με τα διακριτικά σπόιλερ στο τελείωμα των προφυλακτήρων και τις σκουρόχρωμες ζάντες σε προκαλεί να την οδηγήσεις!

Στο εσωτερικό η εικόνα είναι εναρμονισμένη με την υπόλοιπη γκάμα ενώ η αίσθηση που αποπνέει είναι οικεία σε όσους συμβιώνουν με Γερμανικά αυτοκίνητα. Εντύπωση προκαλεί η κεντρική οθόνη που φαίνεται σαν ταμπλέτα που κάποιος τη “φύτεψε” εκεί, γεγονός που επεσήμαναν πρώτοι οι πολύ(!) νέοι επιβάτες των πίσω καθισμάτων. Αναμενόμενα, ο οδηγός βολεύεται αμέσως αφού έχει τη δυνατότητα να φέρει τα πάντα στα μέτρα του.

Στην κεντρική κονσόλα και συγκεκριμένα στον στρογγυλό πολυδιακόπτη εντοπίζεται η πρώτη ένσταση αφού η σωστή χρήση του απαιτεί όχι μόνο εξοικείωση αλλά μάλλον βελτιώσεις στο σχεδιασμό του λογισμικού του. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι ακόμη και μετά από μιάμιση μέρα συνύπαρξης δεν κατάφερα να καταλάβω πώς μπορείς να επιλέξεις επαφή προς κλήση χωρίς να χρειαστεί να περιηγηθείς  στο ¼ του τηλεφωνικού καταλόγου.

Ξεκινώντας ν’ αλλάζεις ταχύτητες με τον κοντό επιλογέα του χειροκίνητου εξαριού βιώνεις μια δυσάρεστη έκπληξη: ο αγκώνας αρχίζει τις  στενές επαφές με το καπάκι του κούφιου ευρύχωρου “τεμπέλη”. Εύλογη η απορία: μήπως το αυτοκίνητο σχεδιάστηκε εξ’ αρχής με το αυτόματο κιβώτιο υπ’ όψιν; Ή μήπως κάθομαι πολύ χαμηλά;

Όσο απομακρυνόμαστε από το αστικό περιβάλλον η εστίαση μετακινείται προς τα δυναμικά χαρακτηριστικά του αυτοκινήτου και δεν  μπορεί κανείς να μην απολαύσει την ησυχία που επικρατεί στην καμπίνα αφού για ν’ αρχίσουν ν’ ακούγονται αεροδυναμικοί θόρυβοι θα πρέπει να πιάσεις τα 160 χλμ/ώρα, ταχυτητα ούτως ή άλλως παράνομη. Το εμφανέστατο βελάκι του οικονομόμετρου σε παροτρύνει ν΄αλλάζεις ταχύτητες γρήγορα με αποτέλεσμα, στην αρχή τουλάχιστον, να παρασυρθεί ο “νέοπας¨οδηγός σε πολύ ράθυμους ρυθμούς
κίνησης.

Ο κινητήρας, με μόλις κάτι παραπάνω από 2000 χλμ στην πλάτη του, ήταν φυσικό να δίνει την αίσθηση του “σφιχτού” αλλά γεγονός είναι  ότι το φόρτε του είναι οι μεσαίες περιοχές του στροφομέτρου. Τον αντιμετώπισα αμυντικά σεβόμενος τη “φρεσκάδα” του χωρίς όμως να πάρω ποτέ την αίσθηση ενός “σπιρτόζικου” συνόλου. Ο χαρακτήρας του αυτοκινήτου, άλλωστε, δεν συνάδει με βουτιές στα “κόκκινα”. Οι χάρες του είναι αλλού.

Στην απαραίτητη βόλτα σε στενό επαρχιακό δρόμο με κλειστές στροφές εκτιμά κανείς τη μεταβαλλόμενη απόκριση του τιμονιού η οποία, όμως, μπορεί καμία φορά να σε εκπλήξει σε κίνηση εντός πόλης με την αμεσότητά της. Τα φρένα δεν προβλημάτισαν ποτέ και τα λάστιχα ανταποκρίνονται στο ρόλο τους με επιτυχία και έμφαση στην άνεση.

Κάπου εκεί ήρθε και η τελευταία δυσάρεστη έκπληξη που μου επιφύλαξε η C: περνώντας κάποιες φουρκέτες στη σειρά διαπίστωσα ότι  δεν μπορούσα να εκτιμήσω σωστά τις διαστάσεις του αυτοκινήτου και τη θέση του στο δρόμο. Έφτασα, μάλιστα, σε σημείο να σταματήσω στη μέση μιας απ’ αυτές για να κοιτάξω έξω απ’ το παράθυρο για να δω που είμαι. Τι συνέβαινε; Είχα ξεχάσει να οδηγάω; Είχα κάποιο πρόβλημα στα οπτικά μου πεδία;

Σχεδόν αμέσως διαπίστωσα την αιτία. Η εντυπωσιακή σιλουέτα και η παθητική ασφάλεια έχουν φέρει το κάτω πλαίσιο του παραθύρου  τόσο ψηλά ώστε η κλασική ταξιτζίδικη θέση οδήγησης με τον αγκώνα έξω απ’ το παράθυρο είναι αδύνατη αν δεν σηκώσεις το άνω άκρο ψηλά, τόσο ώστε να μοιάζεις με γλάρο σε φάση απογείωσης! Πάει, λοιπόν, ένα μεγάλο κομμάτι της πλευρικής ορατότητας και μαζί του, πιθανολογώ, κάποιες πωλήσεις από τον κόσμο της μισθωμένης μετακίνησης.

Από εκεί και πέρα, η βενζινοκίνητη C180 είναι μάλλον αυτό που θα περίμενες. Μπορεί να σε ταξιδέψει ατσαλάκωτο από το ένα σημείο στο άλλο μέσω αυτοκινητόδρομου, ακόμη και σε έντονη βροχόπτωση, αλλά δεν θα σε δυσαρεστήσει στο επαρχιακό δίκτυο με ανοικτές στροφές όπου αισθάνεσαι κάθε στιγμή την παρουσία των ηλεκτρονικών συστημάτων ασφαλείας. Σύμμαχός σου στην απομόνωση ο  εντυπωσιακά αποτελεσματικός κλιματισμός.

Μπορεί να οδηγηθεί οικονομικά, ειδικά σε ανοιχτό δρόμο με τη μακριά 6η κουμπωμένη στο κιβώτιο, αλλά εννοείται ότι αν απαιτήσεις  συχνά την ταυτόχρονη παρουσία και των 156 τουρμπίσιων ίππων θα έχεις το αντίστοιχο κόστος. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, θα  κινηθείς οικονομικότερα απ’ ότι με αντίστοιχο όχημα της περασμένης δεκαετίας.

Όσον αφορά στην πρακτικότητα, πολλούς πόντους δίνει η άδεια θέση της ρεζέρβας που μας επέτρεψε για πρώτη φορά να  κουβαλήσουμε μικροαντικείμενα στο πορτμπαγκάζ χωρίς να νοιαστούμε για τη στήριξή τους. Υποθέτω ότι δεν θα λέγαμε το ίδιο αν μας  έπιανε λάστιχο και η ζημιά δεν επιδιορθωνόταν με το κιτ επισκευής.

Μετά από μιάμιση μέρα μαζί της και περίπου τριακόσια χιλιόμετρα σε όλων των ειδών τους δρόμους δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ  πόσο διαφορετική θα ήταν με το αυτόματο 7άρι κιβώτιο. Ή με κάμποση ροπή παραπάνω και λιγότερο ευαίσθητα ηλεκτρονικά...Καθώς, επίσης, και το πόσο ξεκούραστος ήμουν στο τέλος μιας ημέρας που θα έπρεπε να με είχε καταβάλει.

Last modified on Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016 22:48

Κύλιση στην Αρχή