Ιστορικά αυτο-α-κίνητα

Η 18η Οκτωβρίου 2017 θα μπορούσε, σε μια πρώτη ανάγνωση, να χαρακτηριστεί ως η «μαύρη Παρασκευή» για το χώρο του ιστορικού οχήματος στην Ελλάδα. Εκείνη την ημέρα έγινε ευρέως γνωστό το περιεχόμενο του ΦΕΚ 3641 που είχε δημοσιευθεί μόλις δύο 24ωρα πριν. Είναι, όμως, πραγματικά έτσι;

Ρίχνουμε μια σφαιρική ματιά στο “πριν”, εντοπίζοντας τις παθογένειες, και προτείνουμε ρεαλιστικές λύσεις για το “μετά”, με γνώμονα την κοινή λογική, το όφελος όλων των εμπλεκομένων πλευρών και τα ισχύοντα στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ταυτόχρονα, σκιαγραφούμε τον τρόπο που σκέπτονται οι πραγματικοί φίλοι των vintage τροχοφόρων τα οποία, εξ΄ορισμού, έχουν φτιαχτεί για να κινούνται.

Μια κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών κατέστησε ουσιαστικά άχρηστες τις λεγόμενες «πινακίδες ιστορικού οχήματος», οι οποίες εκδίδονταν από τρεις Ομοσπονδίες - αντιπροσώπους διεθνών οργανισμών. H αυτόνομη κίνηση των οχημάτων που τις φέρουν επιτρέπεται πλέον μόνο στο πλαίσιο εκδηλώσεων, στην εκκίνηση των οποίων θα πρέπει να φτάσουν με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Επιβάλλεται, λοιπόν, η χρήση πλατφόρμας ή αυτοκινητάμαξας, γεγονός που αυξάνει σε δυσθεώρητα ύψη το κόστος συμμετοχής.

Το ίδιο ισχύει και για τη μετακίνησή τους για λόγους επισκευής ή συντήρησης. Κατανοητός, ελπίζω, ο παραλογισμός αφού μια απλή αλλαγή λαδιών θα φτάσει να επιβαρύνεται με ένα ποσό περί τα 80-100 ευρώ με τα τρέχοντα δεδομένα, ενώ αναρωτιέμαι σε τι χώρους και με ποιες συνθήκες ασφαλείας θα γίνεται ο ανεφοδιασμός τους με καύσιμα.

Μέχρι πρότινος, τα οχήματα αυτά επιτρεπόταν να κινηθούν αυτόνομα σε δημόσιους δρόμους για να συμμετάσχουν σε επίσημες εκδηλώσεις  Ομοσπονδιών ή Λεσχών, για να μετακινηθούν από και προς το συνεργείο της επιλογής τους καθώς και για να κάνουν “χιλιόμετρα συντήρησης”. Η (σκόπιμη;) ασάφεια του τελευταίου όρου έδωσε τη δυνατότητα σε πολλούς να τον καταχραστούν και να κυκλοφορούν ακόμη και καθημερινά, καταστρατηγώντας το πνεύμα του νόμου. Ακόμα χειρότερα, κάποιοι έφτασαν να κερδοσκοπούν, ενοικιάζοντας παράνομα τα οχήματά τους σε όποιον ενδιαφερόταν να “κοσμήσει” κάποια εκδήλωση. Αντίστοιχα, το σύστημα έδινε την ευκαιρία σε επιτήδειους να κερδοσκοπήσουν εις βάρος ιδιοκτητών τέτοιων οχημάτων με τρόπους που δεν ενδιαφέρουν το ευρύ κοινό.

Εδώ και χρόνια, οι φωνές για παράτυπη χρήση των ιστορικών πινακίδων πλήθαιναν στον ολοένα διευρυνόμενο “χώρο”, με αντίστοιχες φωτογραφίες να βρίσκουν συχνά - πυκνά το δρόμο τους στο διαδίκτυο. Μικρό, δυστυχώς, ποσοστό των καταγγελιών έφτανε με επίσημο τρόπο στα γραφεία των αρμόδιων Ομοσπονδιών, οι οποίες είτε αδυνατούσαν είτε ήταν απρόθυμες να ελέγξουν πραγματικά την κατάσταση. Η έκδοση πινακίδων αποτελούσε ένα σημαντικό έσοδο, ενώ η διατήρησή τους συνεπαγόταν την υποχρέωση καταβολής συνδρομής προς κάποια Λέσχη - μέλος. Λάβετε υπ’ όψιν ότι οι τρεις Ομοσπονδίες έχουν “πινακιδώσει” συνολικά περί τα 15000 οχήματα, ενώ η σχέση μεταξύ τους ήταν διαχρονικά ανταγωνιστική.

Ακόμη κι έτσι, η κίνηση ενός αυτοκινήτου με “ιστορικά νούμερα” αντί για πινακίδες Υπουργείου θα μπορούσε ν’ αποδειχθεί ιδιαίτερα επωφελής για τον κάτοχό του, ειδικά αν ο κινητήρας του διέθετε πολλά κυβικά εκατοστά. Όσα από τα ανωτέρω οχήματα διέθεταν πινακίδες Υπουργείου τις είχαν καταθέσει προσωρινά, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται “σε ακινησία” για την Εφορία, γλυτώνοντας τέλη και τεκμήρια. Κάμποσα άλλα είχαν εισαχθεί με ατέλεια φόρου, ως ιστορικά αντικείμενα, ενώ άλλα είχαν διαγραφεί σε κάποιο από τα πρώτα κύματα αποσύρσεων.

Η αρκετά νοσηρή, πλην όμως βολική για τους περισσότερους, κατάσταση είχε κι άλλες παραμέτρους. Οχήματα που δεν είχαν συμπληρώσει το απαραίτητο χρονικό όριο των 30 ετών από την ημερομηνία κατασκευής τους καθώς και άλλα με εξώφθαλμες μετατροπές “εφοδιάστηκαν” με πινακίδες ιστορικού οχήματος. Επίσης, η καλή λειτουργική κατάσταση των “ιστορικών οχημάτων” επαφίετο στη συνείδηση του κατόχου, αφού η νομοθεσία τα εξαιρούσε από την υποχρέωση τεχνικού ελέγχου (ΚΤΕΟ).

Συνοπτικά, σε μια χώρα που διαχρονικά επιβαρύνει υπέρμετρα με φόρους το αυτοκίνητο, άνοιξε κάποτε, ορθώς, ένα παραθυράκι για να εξαιρεθούν ελάχιστα οχήματα ειδικών χαρακτηριστικών. Δυσερμήνευτο γιατί, το Κράτος εκχώρησε το δικαίωμα έκδοσης πινακίδων σε ιδιώτες, οι οποίες εξασφάλιζαν την, υπό προϋποθέσεις έστω, κυκλοφορία στο δημόσιο οδικό δίκτυο. Προοδευτικά, αυτά απέκτησαν μια “κρίσιμη μάζα” ώστε το Κράτος ν’ ασχοληθεί ξανά μαζί τους. Ελλείψεις, παραλείψεις και παραβατικές συμπεριφορές τού έδωσαν το δικαίωμα να παρέμβει και μάλιστα με άκομψο τρόπο.

Αναμφίβολα, το ισχύον καθεστώς είχε ξεπεραστεί από τις συνθήκες και χρειαζόταν τροποποιήσεις, αν όχι αναμόρφωση. Το ερώτημα είναι: “πού οδηγούμαστε;”

Στη χώρα μας είναι αδύνατο να προβλέψει κανείς με ασφάλεια τις εξελίξεις, διότι οι αποφάσεις σπάνια λαμβάνονται βάσει της κοινής λογικής. Θα την επιστρατεύσουμε αν και ο χρόνος δημοσίευσης της απόφασης, δηλαδή λίγο πριν από την επίσημη αναγγελία των τελών κυκλοφορίας για την επόμενη χρονιά, “μυρίζει” εισπρακτικά κριτήρια.

Στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες τα οχήματα με ηλικία άνω των 30 ετών απολαμβάνουν μεγάλες εκπτώσεις, μέχρι και πλήρη απαλλαγή, από τα τέλη κυκλοφορίας διατηρώντας κρατικές πινακίδες. Ο νομοθέτης κατανοεί ότι η διατήρηση ενός τέτοιου οχήματος δεν έχει ως πρωταρχικό στόχο την καθημερινή κυκλοφορία, αφού ένα σύγχρονο προσφέρει πολύ περισσότερες ανέσεις, ασφάλεια και επιδόσεις με σαφώς μικρότερο κόστος καυσίμων και συντήρησης. Στην Ελλάδα, όμως, για λόγους που προαναφέρθηκαν, ο στόλος είναι γερασμένος και κάμποσα “ηλικιωμένα” οχήματα μπορούν να παίξουν αυτό το ρόλο. Η καθιέρωση εκπτώσεων ή απαλλαγών φαίνεται ότι θα είχε κάποιο περιορισμένο δημοσιονομικό κόστος, αλλά…

...είναι όλα αυτά τα οχήματα ιστορικού ενδιαφέροντος; Σαφώς όχι. Ειδικά τις δεκαετίες του ‘70 και του ‘80, πολλά μοντέλα παρήχθησαν σε εκατομμύρια μονάδες, διαθέτοντας αρκετά σύγχρονα χαρακτηριστικά, γεγονός που τα καθιστά ελάχιστα ελκυστικά στους χομπίστες. Ο κύριος λόγος που κάποιος θα χρησιμοποιούσε ένα τέτοιο καθημερινά είναι η οικονομική του αδυναμία ν’ αποκτήσει ένα πιο καινούριο, οπότε η όποια έκπτωση (σε τέλη ΚΑΙ τεκμήρια) θα είχε χαρακτήρα κοινωνικής δικαιοσύνης.

Αν μιλήσουμε για πραγματικά ιστορικά οχήματα, μια πολιτική εκπτώσεων και απαλλαγών ανάλογα με την ηλικία θα είχε οφέλη για όλους.

  • Το Κράτος θα άρχιζε να εισπράττει χρήματα από μια πηγή μηδενικών εσόδων ενώ, ταυτόχρονα, θα είχε διασφαλίσει την ασφάλεια στους δρόμους υποχρεώνοντάς τα σε ελέγχους ΚΤΕΟ. Συνακόλουθα, θα έδινε μια καλή ευκαιρία να ξεκαθαριστεί με επίσημο τρόπο το θολό ιδιοκτησιακό καθεστώς πολλών από αυτά.
  • Οι διεθνώς εξουσιοδοτημένες Ομοσπονδίες θα μπορούσαν να συνεχίσουν να πιστοποιούν την “αυθεντικότητα” των οχημάτων, μέσα από βελτιωμένες (γιατί όχι και ενοποιημένες;) διαδικασίες. Ένα τέτοιο πιστοποιητικό είναι σημαντικό για την αξία του οχήματος και την εξ’ ολοκλήρου αποζημίωσή του σε περίπτωση ατυχήματος. Θα έπρεπε, όμως, να αποσυνδεθεί εντελώς από τη δυνατότητα κίνησης του οχήματος και την όποια εκπτωτική πολιτική του Κράτους.
  • Οι Λέσχες θα απαλλάσσονταν από την ανάγκη αστυνόμευσης των μελών τους, ένα καθήκον που είναι εκτός της φιλοσοφίας και των δυνατοτήτων τους.
  • Οι κάτοχοι θα απολάμβαναν ελευθερία νόμιμης κίνησης πάντα και παντού, ακόμη και για συμμετοχή σε εκδηλώσεις του εξωτερικού. Επίσης, θα είχαν τη δυνατότητα να συνάψουν ασφαλιστήρια συμβόλαια χωρίς περιοριστικούς όρους, απ’ ευθείας με τις εταιρίες, όντας καλυμμένοι σε κάθε περίπτωση.
  • Για τις ασφαλιστικές εταιρίες θα “άνοιγε” η πρόσβαση σε μια αγορά οχημάτων με χαμηλό δείκτη ατυχημάτων, όπου τώρα δραστηριοποιούνται μόνο δύο.
  • Η κίνηση στους δρόμους και η ατμόσφαιρα δεν θα είχαν παρά αμελητέα επιβάρυνση. Τα πραγματικά ιστορικά οχήματα μετακινούνται ελάχιστα, αφού η κίνησή τους
    • αυξάνει τα διανυθέντα  χιλιόμετρα μειώνοντας την αξία τους,
    • τα εκθέτει σε πιθανές βλάβες ή ατυχήματα των οποίων η αποκατάσταση είναι δύσκολη και ακριβή εξαιτίας της σπανιότητας των ανταλλακτικών
    • εκθέτει οδηγό και επιβάτες σε αναλογικά μεγαλύτερους κινδύνους εξαιτίας της μειωμένης παθητικής τους ασφάλειας σε σχέση με τα σύγχρονα.

Εναλλακτικά, άλλα Κράτη δίνουν από μία πινακίδα σε κάθε συλλέκτη η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί απ’ όλα τα πιστοποιημένα ιστορικά οχήματα που έχει στην κατοχή του (ένα κάθε φορά). Το σύστημα είναι “ξένο” με την Ελληνική πραγματικότητα όπου έχουμε συνηθίσει η πινακίδα να αντιστοιχεί σε όχημα και όχι σε πρόσωπο, αλλά θα μπορούσε να τεθεί υπό σκέψη.

Το σίγουρο είναι ότι για μια ακόμη φορά στη χώρα μας η νομοθεσία ήρθε αποσπασματικά και διέπεται από τη λογική “πονάει δόντι, κόψει κεφάλι”. Σε μια ευνομούμενη Πολιτεία, θα περίμενε κανείς μια ολοκληρωμένη πρόταση που θα ρύθμιζε τα της κίνησης των ιστορικών οχημάτων. Αντ’ αυτού, ήρθε μια εξοντωτική απόφαση που είναι αδύνατο να μακροημερεύσει, καθότι οδηγεί στην πλήρη ακινησία τους.

Ζητούμενο για τους ιδιοκτήτες είναι να προωθηθεί μια ξεκάθαρη λύση που θα απαλλάξει το χώρο από νοσηρά φαινόμενα και θα επιτρέψει την υγιή ανάπτυξη μιας δραστηριότητας που γνωρίζει άνθηση σε παγκόσμιο επίπεδο. Το κακό είναι ότι σπάνια βλέπουμε τέτοιες λύσεις να εφαρμόζονται ενταύθα. Ίδωμεν...

DUMtAVCNQrK42lqMEGbngw 1

Last modified on Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017 16:39

Κύλιση στην Αρχή