Το YourGear επιστρέφει! Πιο δυνατό, πιο επίκαιρο, πιο απολαυστικό!

Κωλοφάναρο (το)

Κωλοφάναρο (το)
Ουσιαστικό. Ισοσύλλαβο ουδέτερο. Απαντάται και στον πλυθηντικό αριθμό: τα κωλοφάναρα.

1. Το πίσω φανάρι ενός οχήματος. Συνήθως αναφέρεται στο κομπλέ σετ των φαναριών που βρίσκονται στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου ή της μηχανής. Απαντάται συχνά κατά τις αναζητήσεις ανταλλακτικών σε μαντράδες.
- Καλημέρα, ψάχνω για ένα κωλοφάναρο από Corolla AE86 του '83.

Κύλιση στην Αρχή